Το ΤΕΛΟΣ της Πανδημία
Του Στέφανου Κοσμίδη, Σεπτέμβριος, 2020


 

Η Μαίρη είναι 32 ετών κάτοικος Σαντορίνης. Γεννήθηκε πριν 32 χρόνια στο νησί, στις 11 Σεπτέμβρη. Έφυγε όταν ήταν πέντε ετών με τους γονείς της για Καλαμάτα. Εσωτερικός μετανάστης. Κάποιες διαμάχες στα κληρονομικά τους οδήγησαν στην Πελοπόννησο. Ο πατέρας της άνοιξε το καφέ «Ηφαίστειο» και με αυτό, το όχι πολύ πρωτότυπο όνομα, τα κατάφεραν μια χαρά. Το μαγαζί  μεγάλωσε και σπούδασε αυτή και την αδερφή της. Τουριστικές επιστήμες και οι δύο κόρες. Στο νησί η Μαίρη πήγαινε σχεδόν κάθε καλοκαίρι στην αδερφή του πατέρα της. Ήταν η μόνη από την οικογένεια που είχε αποδεχτεί το δίκιο της θείας , όταν έμαθε πως ο πατέρας της ήθελε να πουλήσει το πατρικό τους σε κάτι Άγγλους επενδυτές. Η θεία όμως δεν τον άφησε. Του πλήρωσε το μερίδιό του και εκείνος μάζεψε τα μπογαλάκια του και την έκανε από το νησί. Άτεκνη η θεία, όταν πέθανε τα άφησε όλα στην Μαίρη. Εκείνη λίγο πριν πατήσει τα τριάντα αποφάσισε να επιστρέψει στο νησί και να μετατρέψει την περιουσία της σε καφέ-βιβλιοπωλείο. Τον γνώριζε καλά τον φρέντο-εσπρέσο και αγαπούσε το διάβασμα. Ο απόλυτος συνδυασμός. Κράτησε και ένα καμαράκι πίσω για να κοιμάται. Το μαγαζί ξεκίνησε ελπιδοφόρα. Βέβαια αν και Σαντορινιά, οι μόνιμοι κάτοικοι την αντιμετώπιζαν σα ξένη. Λες και είχε έρθει εκεί να τους φάει το φαΐ και να κοιμηθεί στο σπίτι τους. Αγέρωχη η Μαίρη άφηνε τους ντόπιους στην χολή τους. Ζούσε καλά στο νησί. Η πανδημία βέβαια έφερε τα πάνω κάτω. Τίποτα όμως δεν πτοούσε το ελεύθερο πνεύμα της.

Τον Αύγουστο του 2021 έλαβε τηλεφωνική πρόσκληση από την αδερφή της πως παντρεύεται τον επόμενο μήνα. Ο γάμος είχε αναβληθεί τόσο φορές λόγο πανδημίας που άνετα παιζόταν σε παράνομο στοίχημα αν τελικά θα πραγματοποιηθεί ή όχι. Ο covid-19 τους είχε ανακατέψει και η αδερφή της βρισκόταν ήδη στον 5 μήνα κύησης.

«Θα γεννήσεις ανύπαντρη; Και τι θα λέει ο κόσμος; Έχουμε ένα όνομα στην Καλαμάτα» ωρυόταν ο πατέρας τους, πατροπαράδοτος Ελληναράς. Αυτές οι παραδόσεις ήταν που δεν τον άφησαν να πάει ούτε στην κηδεία της αδερφής του.

Επιτέλους θα γινόταν ακόμα και αν έπρεπε να παρευρεθούν στο γάμο μόνο ο παπάς, η νύφη και ο γαμπρός. Την 11η Σεπτεμβρίου που είχε και τα γενέθλια της η Μαίρη, ξεκίνησε το ταξίδι για Πειραιά και από κει Καλαμάτα για να παρευρεθεί στο γάμο. Ήταν και η μέρα που θα άλλαζε τη ζωή της.

Εκείνη η μέρα ήταν ηλιόλουστη. Η θάλασσα σχεδόν λάδι και οι γλάροι σε αναγνωριστικές πτήσεις πάνω από κεφάλι ανυποψίαστων τουριστών, μπας και αρπάξουν καμία τυρόπιτα από κανένα χέρι. Πεσμένος όμως ο τουρισμός φέτος και αποφάσισαν να ψαρέψουν με κάθετες εφορμήσεις στα καταγάλανα νερά. Η Μαίρη είχε φτάσει στην ώρα της στο λιμάνι. Περίμενε να έρθει το πλοίο από Ίο .Φορούσε ένα όμορφο φόρεμα μέχρι τα γόνατα με λεπτές τιράντες αφήνοντας τους γυαλιστερούς ώμους της να ακτινοβολούν στον ήλιο. Το φόρεμα γεμάτα πολύχρωμα λουλούδια πήγαινε με την λευκή καλοραμμένη μάσκα στο πρόσωπό της.

Έριξε μια μάτια γύρω της. Στο βάθος το σμήνος, από τα αλάνια γλάρους, βούταγε σαν Ιαπωνικές βόμβες στο Περλ Χάρμπορ στα νερά σε αναζήτηση ψαριών. Γύρω της σε απόσταση άνω των δύο μέτρων, οι επιβάτες με τις μασκούλες τους ως χειρουργοί, έτοιμοι να επέμβουν στο πρώτο περιστατικό.

Το πλοίο εμφανίστηκε και μέσα σε λίγα λεπτά ,ύστερα από εντυπωσιακές μανούβρες, που μόνο ο Στηβ Μακ Κουίν στο Μπούλιτ θα μπορούσε να συγκριθεί με τον καπετάνιο, έδεσε. Το όνομα του φέρυ εντυπωσιακό, δέσποζε στο λιμάνι. «Γουόρλντ-φεστ.» «Παγκόσμιο πάρτυ». Που το σκέφτηκαν οι πλοιοκτήτες πανάθεμά τους; Αν το χρήμα έχει χιούμορ.

Η επιβίβαση έγινε σα σε παρέλαση του κόκκινου στρατού. Απόλυτη αρμονία, σωστές αποστάσεις, λευκές στολές στην είσοδο του γκαράζ, χαμόγελα, καλημέρες και «η εταιρία σας εύχεται καλό ταξίδι».

Ξεκίνησαν από Σαντορίνη με επόμενο προορισμό τη Νάξο. Ο καιρός υπέροχος. Τον απολάμβανε η Μαίρη στο κατάστρωμα σα την Όντρεϊ Χέπμπορν από το «μπρέκφαστ στου Τίφανι». Γνώρισε και δυο αγόρια κοντά στα 25. Τον Νίκο και τον Πέτρο. Ηθοποιοί στο επάγγελμα. Επέστρεφαν από Ίο. Μόλις είχαν απολυθεί από γκαρσόνια σε κεντρικό ξενοδοχείο καθώς η πληρότητα έπεσε και ξεκίνησαν οι περικοπές. Επέστρεφαν στο διαμερίσματά τους, στο Παγκράτι. Συγκάτοικοι τα τελευταία 5 χρόνια. Δύσκολα χρόνια, ειδικά τον τελευταίο, όπου η πανδημία τους θέρισε.

«Γενοκτονία» είπε ο Πέτρος. «Είμαστε στο έλεος ανεύθυνων σαλτιμπάγκων.»

Η Μαίρη κέρασε καφέ και ξεκίνησαν την συζήτηση κάτω από τον καταγάλανο ουρανό του Αιγαίου. Μέχρι τη Νάξο είχαν μιλήσει για τέχνη και πολιτική, για πανδημία και εκμετάλλευση. Την ώρα που έδεναν στο λιμάνι έκλειναν το κεφάλαιο «αποκάλυψη ζόμπι».

Στη Νάξο μπήκε αρκετός κόσμος, που μοιράστηκε όμορφα στους χώρους του πλοίου. Τίποτα δεν έδειχνε αυτό που θα ακολουθούσε. Λίγο αργότερα έδεσαν Πάρο. Εκεί τα πράγματα δυσκόλεψαν. Ο κόσμος της επιστροφής για τον Πειραιά ήταν αρκετός και το πλοίο είχε γεμίσει δυσανάλογα με τις προσταγές του κράτους περί κοινωνικής ασφάλειας και ευθύνης.

Λίγο έξω από την Πάρο ο καιρός χάλασε. Μαύρα σύννεφα εμφανίστηκαν σα να άπλωσε ένα θεϊκό χέρι τα μαύρα του σατέν στο κοσμικό του κρεβάτι. Η θάλασσα ακολούθησε, λες και έπαιρνε βαθιές αναπνοές κρατώντας την αναπνοή της μέχρι να σκάσει. Μετά ξεφύσαγε και φούσκωνε. Μαύρισε από την αντανάκλαση του μαύρου πανωσέντονου. Οι πρώτες στάλες γέμισαν με δάκρυα τα φιλιστρίνια. Η Μαίρη, ο Νίκος και ο Πέτρος μπήκαν στο σαλόνι της τρίτης θέσης όπου ανήκαν.

Κόσμος παντού. Ένας εφιάλτης από χιλιάδες μασκοφόρους, «Σαϊνόμπι» έτοιμοι να μπουν στην μάχη για λογαριασμό του «Νταμίγιο» τους. Ο πλοιοκτήτης ενώ είχε ξεκινήσει με τις καλύτερες προϋποθέσεις την ναύλωση της περιουσίας του, τώρα συσκεύαζε κονσέρβες με ξύγκι μύγας. Δεν υπήρχαν κανόνες, νόμοι, ηθική. Όλα μπήκαν στο μπλέντερ χρήμα.

Τα τρία παιδιά δεν εύρισκαν ούτε γωνία να κάτσουν ενώ έξω ο καιρός είχε πάρει στα σοβαρά τον ρόλο του. Ο πολυμήχανος Νίκος όμως, βρήκε την λύση. Κατάφερε να πιάσει κουβέντα με ένα από τους καμαρότους και με κάποιες υποσχέσεις για θεατρικές προσκλήσεις τους επέτρεψε να περάσουν στην πρώτη θέση.

«Ρε. Που θα βρεις προσκλήσεις; Πότε βρήκες δουλειά και δεν το είπες;» ρώτησε ο Πέτρος.

«Όταν θα ξανανοίξουν τα θέατρα, αυτός θα είναι συνταξιούχος και δε θα έχει ανάγκη από προσκλήσεις.» απάντησε με χαμόγελο ο Νίκος, αποκαλύπτοντας χολιγουντιανή οδοντοστοιχία.

Μπήκαν στην πρώτη θέση. Εκεί ο κόσμος λιγότερος. Καλύτερη κάστα. Πιο κοντά στην αιωνιότητα από τους πληβείους της τρίτης θέσης που σύντομα θα πεθάνουν από κορέους. Βρήκαν εύκολα ένα τραπέζι και έκατσαν ενώ το πλοίο άρχισε να δείχνει τις χορευτικές του διαθέσεις σαν Ρωσίδα μπαλαρίνα σε ζέσταμα. Το κέφι, σε πείσμα του καιρού δεν άλλαξε στην παρέα. Τα κοσμοπολίτικα κουτσομπολιά πήραν φωτιά και σύντομα το στεγνό πολυδουλεμένο στόμα ζήτησε υγρό να λιπανθεί σα κύλινδρος σε αγωνιστικό αυτοκίνητο. Η Μαίρη για άλλη μια φορά επέμεινε και κέρασε αναψυκτικά. Βγήκαν τα πλαστικά καλαμάκια και κατέβηκαν η υφασμάτινες μάσκες για να δροσιστεί ο φάρυγγάς.

Και τότε άρχισε.

Μια ριπή από ακαταλαβίστικες λέξεις, σα να πνίγεις παρθένα με φαρυγγίτιδα έφτασε στα αυτιά της Μαίρης.

Εδώ εμφανίζεται στην ιστορία μας ο Γιόχαν. Γερμανός φιλέλληνας τουρίστας ο Γιόχαν Ζούμπερχτ 68 ετών. Ξανθός με κατάμαυρο δέρμα από τον ελληνικό ήλιο, έμοιαζε σα να του βάλαν το κεφάλι σε φωσφορούχο χρώμα. Ψηλός, δυο μέτρα, συνταξιούχος, πρώην τραπεζικός υπάλληλος, επισκεπτόταν την Ελλάδα κάθε χρόνο τα τελευταία είκοσι. Ήξερε και λίγα σπαστά ελληνικά για να νοιώθει την Ελλάδα σα το σπίτι του ή καλύτερα σαν την αποικία του.

Ο Γιόχαν λοιπόν, σηκώθηκε από το τραπέζι του, δέκα μέτρα μακριά και άρχισε να πλησιάζει προς την παρέα, συνεχίζοντας να απαγγέλει ρούνους. Το πλοίο τώρα άρχισε να κουνάει στο «χιτ» ρυθμό των οκτώ μποφόρ, κάνοντας τον Γερμανό να παραπατάει πιάνοντας τα τραπέζια με τα χέρια κουπιά που διέθετε, για να μη πέσει στη μοκέτα. Πλησίασε το τραπέζι και με προσπάθεια πίσω από την μαύρη μάσκα που φορούσε, ξεστόμισε ελληνικές σπαστές λέξεις σαν τροχιοδεικτικές σφαίρες που έσκαγαν σε ντουβάρι.

«Φορέστε μάσκα. Ντροπή Έλληνες. Βάλτε μάσκα μαλάκα.»

«Σας παρακαλώ, κύριε» απάντησε η Μαίρη. «Τις φοράμε, αλλά πως θα πιούμε με την μάσκα;»

Ανάμεσα σε Γερμανικά και Κλίνγκον από «Σταρ Τρεκ» ακούστηκε η φράση «Κωλοέλληνες γαμώ σπίτι σας»

Ο Νίκος αντέδρασε τότε, λέγοντας ειρωνικά «Ντροπή, θα σου βάλω πιπέρι»

Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να εκτινάξει τον Γερμανό σαν το τσάλεντσερ που εκρήγνυται πριν βγει στην στρατόσφαιρα, βρίζοντας τον Νίκο στα γερμανικά.

Ο Νίκος σηκώθηκε να ζητήσει τον λόγο. Τα οκτώ μποφόρ κούνησαν για τα καλά την κοιλιά του πλοίου ρίχνοντας τον Νίκο στην αγκαλιά του Γερμανού. Εκείνος το έλαβε ως επίθεση, αντιδρώντας με μια άγαρμπη σπρωξιά προς τον Νίκο. Ο Νίκος έπεσε πάνω στο τραπέζι παρασύροντας τα αναψυκτικά. Ο Πέτρος παγωμένος κοίταζε τον Νίκο να σωριάζεται και να τον λερώνει με κόκα κόλα. Δεν μπορούσε να αντιδράσει πέρα από το ανεβάσει μηχανικά, σχεδόν μέχρι τα μάτια, την μάσκα του. Η Μαίρη τινάχτηκε ουρλιάζοντας ενώ το πλοίο μεταμορφώθηκε σε «ταψί» του λούνα-παρκ.

Ο κόσμος σηκώθηκε από τις θέσεις του και άρχισε να φωνάζει μέσα από τις μάσκες τους. Καθώς η Μαίρη καλούσε την ασφάλεια του πλοίου, η πρώτη θέση διχάστηκε σε μασκοφόρους και ημιμασκοφόρους αφού η διαφωνία ήταν αν θα πρέπει να κατέβει η μάσκα για να πιει κάποιος ή όχι.

«Να φοράτε την μάσκα σας. Ντροπή! Έχουμε μεγάλους ανθρώπους!»

«Και πως θα πίνουμε νερό; Θέλετε να μας τρελάνετε;»

«Να κρατηθείτε. Σιγά το ταξίδι. Να βάζετε το μπουκαλάκι κάτω από την μάσκα!»

«Ρε σας δουλεύουν. Δεν υπάρχει Κορονοϊός!”

«Ήμαρτον κύριε! Αυτά να τα πεις στους νεκρούς της Ιταλίας.»

Μέσα στην οχλοβοή και την θαλασσοταραχή, ο Γερμανός φιλέλληνας αποικιοκράτης τουρίστας όρμησε στο Νίκο με την γροθιά του σα το σφυρί του Θορ. Η Μαίρη τον σταμάτησε κερδίζοντας ένα μικρό καρούμπαλο στο πάνω χείλος από την ορμή της επιστροφής της μπουνιάς.

Η ασφάλεια ήρθε με χορευτικούς ρυθμούς Τζιν Κέλλυ και κράτησαν τον Γερμανό. Η Μαίρη με την μικρή πληγή στα χείλη άρχισε να απειλεί για μηνήσεις. Όσο ηρεμούσαν τον Γερμανό, της εξήγησαν πως δεν την συμφέρει να καλέσει το λιμενικό γιατί θα τους τραβήξουν στο τμήμα μόλις φτάσουν στο λιμάνι και θα ξεμπερδέψουν την επόμενη μέρα. Ήταν και ο γάμος.

Τελικά αποφάσισε να το αφήσει εκεί. Μαζί της συμφώνησαν και τα δυο αγόρια, ενώ ο κόσμος της πρώτης θέσης καταδίκαζε ή συμφωνούσε με τον γκεσταπίτη φιλέλληνα.

Ο καιρός τώρα έδειχνε τα δόντια του, περνώντας από το οκτάρι στο εννιάρι. Το κούνημα πια, έμοιαζε με ζελέ σε φυγοκέντριση.

Εδώ ξεκινάει η δεύτερη πράξη του δράματος. Το κούνημα των μποφόρ έκλεισαν το μάτι στο υπογάστριο και ξεκίνησαν οι στοματικές διαταραχές. Ρουκέτες εμετού αρχίσαν να σκάνε. Στόματα άνοιγαν αφήνοντας να βγει αμάσητο φαγητό που λέρωνε, μοκέτες ,βαλίτσες και παπούτσια. Η πρώτη θέση μετατράπηκε σε πεδίο μάχης με διατροφικές ναπάλμ να εκτινάσσονται. Εκεί ήταν που ξύπνησε και ο Τίμοθι Πάτερν. Αμερικάνος πεζοναύτης. Κοντά στα τριάντα. Έχει φάει την έρημο στο Ιράκ και περίχωρα με το κουτάλι. Πρώτη φορά στην Ελλάδα. Του την σύστησε η στρατιωτικός ψυχίατρος που τον παρακολουθούσε. Πήγε να σκοτώσει τρεις Μεξικανούς μέσα σε ένα μπαρ στο Ντάλας. Τον ενόχλησε ο τρόπος που απευθύνθηκαν στην μπαργούμαν του μαγαζιού ήταν η επίσημη αναφορά, αν και η αλήθεια είναι πως αντί για Μεξικανούς, ο Τίμοθι, είχε δει τρεις ερπετόμορφους άντρες με σκοπό να διεισδύσουν στο μυαλό του.

Ο ήχος του εμετού ξύπνησε μνήμες πολέμου. Η τροφή που έτρεχε από το στόμα των ανθρώπων του θύμισε τα έντερα και τα μυαλά που χυνόντουσαν στο πεδίο της μάχης. Κομμάτια από τυρόπιτα και κέικ έμοιαζαν μυαλά και κόκκαλα που παρήγαγε η κρεατομηχανή του πολέμου. Ο Τίμοθι έβγαλε το κινητό του σαν να όπλιζε το Μ4 και άρχισε να τραβάει φωτογραφίες τον διπλωμένο κόσμο που ξερνούσε σα προσκυνητές. Κάθε φωτογραφία την συνόδευε με ένα κωλοδάχτυλο προς το μοντέλο του. Ένα τεράστιο χαμόγελο είχε απλωθεί στο πρόσωπό του καθώς ανακάλυπτε ένα ακατέργαστο διαμάντι για τον λογαριασμό του στο «Τικ Τοκ». Κάθε εμετό τον υπολόγιζε σε χιλιάδες βιούζ και φόλοουερς. Ούτε με τους νεκρούς Ιρακινούς δε θα είχε τέτοια επιτυχία στα σόσιαλ.

Ο κόσμος συνέχισε να ξερνάει. Μάλιστα κάποιοι δεν έβγαζαν καν την μάσκα τους και ο εμετός έφτανε μέχρι τα φρύδια τους. Πανικόβλητοι οι πελάτες της πρώτης θέσης έτρεξαν προς τις τουαλέτες. Εκεί όμως τους περίμενε μια τρίτη έκπληξή. Κάτι κυρίες της Χριστιανικής αγωγής είχαν κλειστεί μέσα στις τουαλέτες . Είχαν ένα είδος επιφοίτησης για το τι θα ακολουθούσε και πρόλαβαν να κλειδωθούν. Όσο και αν χτύπαγαν απέξω μάνες με τα παιδιά τους να κλαίνε, αυτές με τον σταυρό στο χέρι και τον φόβο της επιδημίας , προσευχόντουσαν από μέσα τους τόσο δυνατά που σκέπαζαν τα παρακαλετά του κόσμου για λίγο νερό να πλυθούν και μια τουαλέτα.

Μέσα σε αυτή την αναστάτωση ο Γιόχαν, που η ασφάλεια τον είχε αφήσει, σηκώθηκε για να πάρει το αίμα του πίσω. Κινήθηκε προς το τραπέζι της Μαίρης.

Τώρα στην ιστορία μας μπαίνει ένα ακόμα πρόσωπο που θα μας οδηγήσει στην κάθαρση του δράματος. Η Κατερίνα Δελιθέου, 75 ετών κάτοικος Πάρου. Πήγαινε στην Αθήνα να συναντήσει το νεογέννητο εγγονάκι της. Η κυρία Κατερίνα φουρνάρισσα στο επάγγελμα ήταν η δεύτερη φορά που εγκατέλειπε το νησί. Η πρώτη ήταν στο ταξίδι του μέλιτος που την πήγε ο συγχωρεμένος ο άντρας της ο ψαρο-Κώστας στις Πρέσπες. Του είχε καρφωθεί στο μυαλό να φάει λιμνήσιο ψάρι και την πήγε στην άλλη άκρη της χώρας. Χαλάλι του. Ήταν παλικάρι μέχρι τον θάνατο του. Τον έστειλε αδιάβαστο στο εξήντα του ένα κόκαλο από πεσκανδρίτσα. Λες και του την φύλαγαν τα ζωντανά του βυθού.

Η κυρία Κατερίνα είδε τον Γερμανό εκδικητή και σηκώθηκε φωνάζοντας προς το μέρος του να κάτσει κάτω.

« Κάτσε κάτω, βάρβαρε. Μας έχετε φάει τόσα χρόνια»

Το πλοίο κουνούσε τόσο πολύ που από τα αριστερά φιλιστρίνια έβλεπες ουρανό και από τα δεξιά θάλασσα και στιγμές μετά το ανάποδο. Ο Γερμανός μέσα στο ξέφρενο κούνημα γύρισε προς την κυρία Κατερίνα και της είπε ένα οπερετικό «σκάσε κωλόγκρια» Γερμανού βαρύτονου. Εκείνη θυμωμένη από τον προσβλητικό τουρίστα, του πέταξε κάτι χαλβαδόπιτες που είχε αγοράσει για την κόρη της. Οι χαλβαδόπιτες βρήκαν τον Γερμανό στο κούτελο και εκείνος καθώς το πλοίο βρισκόταν σε ενενήντα μοίρες έπεσε πίσω και παρέσυρε τον Τίμοθι που συνέχιζε να ανεβάζει τον θησαυρό του στους άπληστους φόλοουερς. Ο Τίμοθι έπεσε με τα μούτρα μέσα σε μια λίμνη εμετού, χάνοντας το κινητό του. Σηκώθηκε βρίζοντας κάτι που ξεκινούσε με φακ και τέλειωνε με φακ. Άρχισε μέσα στου εμέτους να ψάχνει το κινητό καθώς το πλοίο χόρευε το εννιάρι χορό της κοιλιάς. Ο Γερμανός που μόλις είχε συνέλθει από το χτύπημα της χαλβαδόπιτας έβρισε τον Αμερικάνο και η σύρραξή μετατράπηκε σε παγκόσμιο πόλεμο. Οι δύο άντρες πιάστηκαν στα χέρια. Ο χειροδύναμος Γερμανός έσπρωξε τον πεζοναύτη που εκείνος τυχαία έπεσε δίπλα στον παραλλαγής σάκο του. Οργισμένος ο Αμερικάνος έβαλε το χέρι του μέσα στο σάκο και τραβώντας ένα σαρανταπεντάρη του αμερικάνικου στρατού, πυροβόλησε.

Ο κρότος που ακούστηκε μέσα στην αίθουσα της πρώτης θέσης του πλοίου της γραμμής «Γουόρλντ-φεστ» είχε σαν αποτέλεσμα να παγώσει τον χρόνο. Οι επιβάτες ακινητοποιήθηκαν καθώς ξερνούσαν. Τα στοματικά υγρά πάγωσαν στον αέρα. Τα κύματα που φλέρταραν το πλοίο κοκάλωσαν. Ο ήχος έγινε πηχτός λες και ο πυροβολισμός ήταν σταθεροποιητής του μίγματος. Κάνεις δεν μετακινήθηκε χιλιοστό εκτός από την Μαίρη. Η σφαίρα είχε διαπεράσει τον δεξιό πνεύμονα και είχε βγει από την άλλη καταλήγοντας πάνω στην αφίσα «Γκρις ις α στέιτ οφ μάιντ».

Η Μαίρη προσπάθησε να πάρει μερικές ανάσες αλλά η τρύπα από τον πνεύμονα γέμισε το στόμα της αίμα. Η λευκή καλοραμμένη χειρουργική μάσκα στο πρόσωπό της, βάφτηκε κόκκινη. Έπεσε στα γόνατα προσπαθώντας να ανασάνει. Η σφαίρα όμως του Τίμοθι δεν της το επέτρεψε. Βασικά κάνεις δεν της το επέτρεψε εκεί στην πρώτη θέση. Το μίσος, ο θυμός, η παράνοια, ο φόβος είχαν πατήσει την σκανδάλη. Μόλις είχε τελειώσει η πανδημία και ξεκινούσε μια νέα εποχή.

Η εποχή που «τίποτα δεν θα είναι το ίδιο ποτέ πια».

Η Μαίρη έπεσε μπρούμητα στη μοκέτα του πλοίου και ταυτόχρονα άρχισε πάλι το πλοίο τον ξέφρενο ρυθμό του. Ποταμάκια εμετού έφτασαν μέχρι το κεφάλι της και σταμάτησαν στην αιματοβαμμένη μάσκα της. Εκείνη έκανε μια τελευταία ανέλπιδη προσπάθεια να αναπνεύσει. Κατάφερε να βγάλει μόνο δύο φυσαλίδες στον κόκκινο εμετό γύρω της. Δυο φυσαλίδες που έσκασαν με κρότο.

Ευχαριστώ θερμά την Γεωργία Κοτρέτσος (Georgia Kotretsos) που μοιράστηκε την εμπειρία της, οπού αποτέλεσε έμπνευση της παραπάνω ιστορίας. 

                    

Stefanos Kosmidis was born in Athens. He graduated from the National Theatre Drama School in 1996. He has been working as an actor in theatre and cinema productions since 1994. He is the founder and director of the film production company “ORKI”.

  • Facebook
  • Instagram

©2019 by THE ΤEΛOΣ SOCIETY | TTS